legislative
Pronunciation
/ˈɫɛdʒəˌsɫeɪtɪv/

Ορισμός και σημασία του "legislative"στα αγγλικά

legislative
01

νομοθετικός

relating to the making and passing of laws by government bodies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The legislative process typically involves multiple stages, including committee review, floor debate, and final vote.
Η νομοθετική διαδικασία περιλαμβάνει συνήθως πολλαπλά στάδια, συμπεριλαμβανομένης της επιθεώρησης της επιτροπής, της συζήτησης στην ολομέλεια και της τελικής ψηφοφορίας.
02

νομοθετικός

of or relating to or created by legislation
01

νομοθετικό σώμα

the branch of government responsible for making laws
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The constitution defines the powers of the legislative.

Λεξικό Δέντρο

legislatively
legislative
legislate
legisl
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store