legal action
le
ˈli:
li
gal
gəl
gēl
ac
æk
āk
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "legal action"στα αγγλικά

01

νομική δράση, δίωξη

a process in court where one person or group sues or takes a case against another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
legal actions
Παραδείγματα
The company took legal action against the contractor. 

Η εταιρεία άσκησε νομική δράση εναντίον του εργολάβου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store