Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leapfrog
01
πεταλούδα, το παιχνίδι της πεταλούδας
a game for children in which a group of players try to leap over another group that are bending down
02
πηδηματάκι, πρόοδος με άλματα
advancing as if in the child's game, by leaping over obstacles or competitors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leapfrogs
to leapfrog
01
προχωρώ με άλματα, προοδεύω με μεγάλα άλματα
progress by large jumps instead of small increments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leapfrog
γ΄ ενικό πρόσωπο
leapfrogs
ενεστώτα μετοχή
leapfrogging
απλός αόριστος
leapfrogged
παθητική μετοχή
leapfrogged
02
πηδώ πάνω από, περνώ με άλμα
jump across



























