leapfrog
Pronunciation
/ˈɫipˌfɹɔɡ/

Ορισμός και σημασία του "leapfrog"στα αγγλικά

01

πεταλούδα, το παιχνίδι της πεταλούδας

a game for children in which a group of players try to leap over another group that are bending down
leapfrog definition and meaning
02

πηδηματάκι, πρόοδος με άλματα

advancing as if in the child's game, by leaping over obstacles or competitors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leapfrogs
to leapfrog
01

προχωρώ με άλματα, προοδεύω με μεγάλα άλματα

progress by large jumps instead of small increments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leapfrog
γ΄ ενικό πρόσωπο
leapfrogs
ενεστώτα μετοχή
leapfrogging
απλός αόριστος
leapfrogged
παθητική μετοχή
leapfrogged
02

πηδώ πάνω από, περνώ με άλμα

jump across
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store