Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leading lady
01
πρωταγωνίστρια, κύρια ηθοποιός
an actress who plays the main role in a movie or play
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
leading ladies
αρσενικό ενικό
leading man
θηλυκό ενικό
leading lady
neutral form
lead actor
LanGeek



























