Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay over
01
τοποθετώ πάνω, βάζω πάνω
place on top of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay over
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays over
ενεστώτα μετοχή
laying over
απλός αόριστος
laid over
παθητική μετοχή
laid over
02
κάνω στάση, σταματώ προσωρινά
to temporary stop or pause during a journey
Παραδείγματα
We often lay over in Chicago when flying to the East Coast.
Συχνά κάνουμε ενδιάμεση στάση στο Σικάγο όταν πετάμε στην Ανατολική Ακτή.



























