Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay over
01
τοποθετώ πάνω, βάζω πάνω
place on top of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay over
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays over
ενεστώτα μετοχή
laying over
απλός αόριστος
laid over
παθητική μετοχή
laid over
02
κάνω στάση, σταματώ προσωρινά
to temporary stop or pause during a journey
Παραδείγματα
Before reaching the final destination, we had already laid over in two different countries.
Πριν φτάσουμε στον τελικό προορισμό, είχαμε ήδη κάνει στάση σε δύο διαφορετικές χώρες.



























