lay over
lay
ˈleɪ
λει
o
ου
ver
vər
βαρ
/lˈeɪ ˈəʊvə/

Ορισμός και σημασία του "lay over"στα αγγλικά

to lay over
01

τοποθετώ πάνω, βάζω πάνω

place on top of
02

κάνω στάση, σταματώ προσωρινά

to temporary stop or pause during a journey
Παραδείγματα
Before reaching the final destination, we had already laid over in two different countries.
Πριν φτάσουμε στον τελικό προορισμό, είχαμε ήδη κάνει στάση σε δύο διαφορετικές χώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store