Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay in
01
αποθηκεύω, φυλάσσω για το μέλλον
keep or lay aside for future use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay in
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays in
ενεστώτα μετοχή
laying in
απλός αόριστος
laid in
παθητική μετοχή
laid in



























