to lay in
Pronunciation
/lˈeɪ ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "lay in"στα αγγλικά

to lay in
01

αποθηκεύω, φυλάσσω για το μέλλον

keep or lay aside for future use
to lay in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay in
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays in
ενεστώτα μετοχή
laying in
απλός αόριστος
laid in
παθητική μετοχή
laid in
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store