Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lay figure
01
αρθρωτό μοντέλο, αρθρωτή φιγούρα
a jointed model of the human figure that could be put into different positions, used by artists
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lay figures



























