Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lawn mower
01
χορτοκοπτικό μηχάνημα, μηχανή κοπής γρασιδιού
garden tool for mowing grass on lawns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lawn mowers
LanGeek



























