lawcourt
Pronunciation
/lˈɔːkoːɹt/

Ορισμός και σημασία του "lawcourt"στα αγγλικά

01

δικαστήριο, δικαστικό όργανο

a tribunal that is presided over by a magistrate or by one or more judges who administer justice according to the laws
lawcourt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lawcourts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store