law firm
law
lɔ:
law
firm
fɜ:m
fēm

Ορισμός και σημασία του "law firm"στα αγγλικά

01

γραφείο δικηγόρων, νομική εταιρεία

a business that is made up of one or more lawyers who work together to provide legal services to clients 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
law firms
Παραδείγματα
She works at a prestigious law firm in the city. 

Δουλεύει σε μια αξιόλογη νομική εταιρεία στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store