laver
la
ˈleɪ
lei
ver
layerlaterloverlaser

Ορισμός και σημασία του "laver"στα αγγλικά

01

βρώσιμο φύκι

a type of edible seaweed commonly used in Asian cuisine, particularly in sushi and other dishes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lavers
Παραδείγματα
A pinch of laver flakes enhances the flavor of miso soup. 

Μια πρέζα νιφάδες laver ενισχύει τη γεύση της σούπας miso.

02

βρώσιμα κόκκινα φύκια

edible red seaweeds 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store