laver
Pronunciation
/ˈɫeɪvɝ/

Ορισμός και σημασία του "laver"στα αγγλικά

01

βρώσιμο φύκι

a type of edible seaweed commonly used in Asian cuisine, particularly in sushi and other dishes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lavers
Παραδείγματα
In Korean cuisine, laver is commonly used to make traditional dishes.
Στην κορεατική κουζίνα, το laver χρησιμοποιείται συνήθως για την παρασκευή παραδοσιακών πιάτων.
02

βρώσιμα κόκκινα φύκια

edible red seaweeds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store