laurel
lau
ˈlɒ
λο
rel
rəl
ραλ
sorrelfloralchoralaural

Ορισμός και σημασία του "laurel"στα αγγλικά

01

δάφνες, τιμές

(usually plural) honor and praise given to someone due to their achievements or efforts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
laurels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

laureled
laurel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store