Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laurel
01
δάφνες, τιμές
(usually plural) honor and praise given to someone due to their achievements or efforts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
laurels
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
laureled
laurel



























