to laugh softly
Pronunciation
/lˈæf sˈɔftli/

Ορισμός και σημασία του "laugh softly"στα αγγλικά

to laugh softly
01

γελάω απαλά, γελάω διακριτικά

laugh quietly or with restraint
to laugh softly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
softly
βασικό ρήμα
laugh
ενεστώτας
laugh softly
γ΄ ενικό πρόσωπο
laughs softly
ενεστώτα μετοχή
laughing softly
απλός αόριστος
laughed softly
παθητική μετοχή
laughed softly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store