Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
last-ditch
01
τελευταία προσπάθεια, απελπισμένος
describing a final attempt made to achieve something or avoid disaster when all else has failed, particularly without much chance of success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most last-ditch
συγκριτικός βαθμός
more last-ditch
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effort, strategy, urgency
LanGeek



























