Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lady of the house
01
οικοδέσποινα, κυρία του σπιτιού
a wife who manages a household while her husband earns the family income
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
ladies of the house
αρσενικό ενικό
man of the house
θηλυκό ενικό
lady of the house
neutral form
homemaker
LanGeek



























