Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Labor market
01
αγορά εργασίας, εργασιακή αγορά
the market in which workers compete for jobs and employers compete for workers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
labor markets
LanGeek



























