labor market
la
ˈleɪ
lei
bor
mar
mɑ:
maa
ket
kɪt
kit
labour market

Ορισμός και σημασία του "labor market"στα αγγλικά

01

αγορά εργασίας, εργασιακή αγορά

the market in which workers compete for jobs and employers compete for workers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
labor markets

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store