Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
πενήντα, πεντηκοστός
being ten more than forty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most l
συγκριτικός βαθμός
more l
διαβαθμίσιμο
01
πενήντα, ο αριθμός πενήντα
the cardinal number that is the product of ten and five
02
το δωδέκατο γράμμα του ρωμαϊκού αλφαβήτου, το γράμμα 'l'
the 12th letter of the Roman alphabet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
l's
03
λουξ, λούμεν ανά τετραγωνικό εκατοστό
a cgs unit of illumination equal to the brightness of a perfectly diffusing surface that emits or reflects one lumen per square centimeter
04
το υπερυψωμένο σύστημα τρένου, το L
(Chicago, Upper Midwest) the elevated train system serving downtown and surrounding areas
slang
Παραδείγματα
He missed his stop because he fell asleep on the L.
Ξέχασε τη στάση του γιατί αποκοιμήθηκε στο L.



























