Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
καράτι, το καράτι
the unit of measurement for the proportion of gold in an alloy; 18-karat gold is 75% gold; 24-karat gold is pure gold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
karats



























