Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Krummhorn
01
krummhorn, καμπύλο πνευστό όργανο
a wind instrument from the Medieval era with an end that curves upward, producing a nasal sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
krummhorns



























