Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kohl
01
κολ, σούρμα
a traditional eye cosmetic, typically made from soot or charcoal, used to enhance the eyes and create a smoky, dramatic look
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























