Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knuckle
01
άρθρωση, καρπός του δακτύλου
a rounded joint where the fingers can bend or are joined to the hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
knuckles
to knuckle
01
πιέζω ή τρίβω με τις αρθρώσεις, μασάω με τις αρθρώσεις
press or rub with the knuckles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knuckle
γ΄ ενικό πρόσωπο
knuckles
ενεστώτα μετοχή
knuckling
απλός αόριστος
knuckled
παθητική μετοχή
knuckled
02
ρίχνω ένα βόλο κρατώντας τις αρθρώσεις στο έδαφος, πετώ ένα βόλο με τις αρθρώσεις στο έδαφος
shoot a marble while keeping one's knuckles on the ground
LanGeek



























