Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knowing
01
μορφωμένος, διαβασμένος
highly educated; having extensive information or understanding
02
γνωρίζοντας, συνειδητός
characterized by conscious design or purpose
03
ενημερωμένος, επιτηδευμένος
evidencing the possession of inside information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most knowing
συγκριτικός βαθμός
more knowing
διαβαθμίσιμο
04
ενήμερος, ενημερωμένος
alert and fully informed
Knowing
01
γνώση
a clear and certain mental apprehension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
knowingly
knowingness
unknowing
knowing
know



























