Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to knock over
01
ρίχνω, γκρεμίζω
to cause something or someone to fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
knock
ενεστώτας
knock over
γ΄ ενικό πρόσωπο
knocks over
ενεστώτα μετοχή
knocking over
απλός αόριστος
knocked over
παθητική μετοχή
knocked over
Παραδείγματα
I've knocked over a few glasses of water while clumsily setting the table.
Έριξα μερικά ποτήρια νερό ενώ αδέξια έβαζα το τραπέζι.
02
χτυπώ, ρίχνω
to collide with a person using a vehicle, resulting in injury or death
Παραδείγματα
I've heard of several cases where cyclists have been knocked over by cars, leading to serious accidents.
Έχω ακούσει για πολλές περιπτώσεις όπου ποδηλάτες χτυπήθηκαν από αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα σοβαρά ατυχήματα.
03
ληστεύω, κλέβω
to steal from a person or business, often with violence or the threat of violence
Παραδείγματα
The masked robbers are knocking over the convenience store at gunpoint.
Οι κουκουλοφόροι ληστές ληστεύουν το παντοπωλείο υπό την απειλή όπλου.



























