knell
knell
nɛl
nel
kneelknollkwell

Ορισμός και σημασία του "knell"στα αγγλικά

01

κωδωνοκρουσία πένθους, καρδιακός κώδωνας

the slow, solemn sound of a bell rung to announce a death, funeral, or symbolic end 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knells
Παραδείγματα
The knell of the church bell marked the beginning of the funeral service. 

Ο κωδωνοκρουσία της εκκλησιαστικής καμπάνας σήμανε την αρχή της κηδείας.

to knell
01

χτυπώ αργά και επιτάφια, χτυπώ την κηδειωτική καμπάνα

to ring slowly and solemnly, often for ceremonial purposes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knell
γ΄ ενικό πρόσωπο
knells
ενεστώτα μετοχή
knelling
απλός αόριστος
knelled
παθητική μετοχή
knelled
Παραδείγματα
The bell knelled at midnight, announcing the death of the monarch. 

Η καμπάνα χτυπούσε αργά και επιβλητικά τα μεσάνυχτα, ανακοινώνοντας το θάνατο του μονάρχη.

02

χτυπώ την κωδωνοκρουσία για τους νεκρούς, χτυπώ την καμπάνα με σεμνότητα

to cause a bell to ring solemnly and slowly, often for ceremonial or musical purposes 
Παραδείγματα
The sexton knelled the bell with practiced reverence. 

Ο νεωκόρος χτύπησε την καμπάνα με εξασκημένη ευλάβεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store