Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knell
01
κωδωνοκρουσία πένθους, καρδιακός κώδωνας
the slow, solemn sound of a bell rung to announce a death, funeral, or symbolic end
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knells
Παραδείγματα
The distant knell sent chills down her spine.
Ο μακρινός κωδωνοκρουσία της προκάλεσε ρίγη στην πλάτη.
to knell
01
χτυπώ αργά και επιτάφια, χτυπώ την κηδειωτική καμπάνα
to ring slowly and solemnly, often for ceremonial purposes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knell
γ΄ ενικό πρόσωπο
knells
ενεστώτα μετοχή
knelling
απλός αόριστος
knelled
παθητική μετοχή
knelled
Παραδείγματα
The great bronze bell knelled for the last time.
Η μεγάλη χάλκινη καμπάνα χτύπησε για τελευταία φορά.
02
χτυπώ την κωδωνοκρουσία για τους νεκρούς, χτυπώ την καμπάνα με σεμνότητα
to cause a bell to ring solemnly and slowly, often for ceremonial or musical purposes
Παραδείγματα
The musician knells each bell with delicate precision.
Ο μουσικός χτυπά κάθε καμπάνα με λεπτή ακρίβεια.



























