Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kitten
01
γατάκι, μικρή γάτα
a young cat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kittens
to kitten
01
γεννώ γατάκια, κάνω γατάκια
give birth to kittens
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kitten
γ΄ ενικό πρόσωπο
kittens
ενεστώτα μετοχή
kittening
απλός αόριστος
kittened
παθητική μετοχή
kittened
Λεξικό Δέντρο
kittenish
kitten



























