kit
kit
kɪt
kit
kibit

Ορισμός και σημασία του "kit"στα αγγλικά

01

κιτ, σετ εργαλείων

a container or case that holds a set of articles or tools 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kits
02

νεογνό ζώου, αλεπουδάκι

a young animal, especially a young fox, mink, or rabbit 
03

κιτ, σετ

a set of items or tools needed for a particular purpose or activity 
04

στολή, εξοπλισμός

the official uniforms that players wear during matches, often purchased by fans as merchandise 
Dialectbritish flagBritish
jerseyamerican flagAmerican
Παραδείγματα
Fans were excited to buy the new team kits with their favorite player’s name. 

Οι φίλαθλοι ήταν ενθουσιασμένοι να αγοράσουν τα νέα κίτ της ομάδας με το όνομα του αγαπημένου τους παίκτη.

to kit
01

εξοπλίζω, προμηθεύω

supply with a set of articles or tools 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kit
γ΄ ενικό πρόσωπο
kits
ενεστώτα μετοχή
kitting
απλός αόριστος
kitted
παθητική μετοχή
kitted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store