Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kit
01
κιτ, σετ εργαλείων
a container or case that holds a set of articles or tools
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kits
02
νεογνό ζώου, αλεπουδάκι
a young animal, especially a young fox, mink, or rabbit
03
κιτ, σετ
a set of items or tools needed for a particular purpose or activity
04
στολή, εξοπλισμός
the official uniforms that players wear during matches, often purchased by fans as merchandise
Dialect
British
Παραδείγματα
Fans were excited to buy the new team kits with their favorite player’s name.
Οι φίλαθλοι ήταν ενθουσιασμένοι να αγοράσουν τα νέα κίτ της ομάδας με το όνομα του αγαπημένου τους παίκτη.
to kit
01
εξοπλίζω, προμηθεύω
supply with a set of articles or tools
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kit
γ΄ ενικό πρόσωπο
kits
ενεστώτα μετοχή
kitting
απλός αόριστος
kitted
παθητική μετοχή
kitted



























