to kink
Pronunciation
/kˈɪŋk/

Ορισμός και σημασία του "kink"στα αγγλικά

to kink
01

σγουραίνω, στρίβω

curl tightly
to kink definition and meaning
02

σχηματίζω μπούκλα, καμπυλώνω

form a curl, curve, or kink
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kink
γ΄ ενικό πρόσωπο
kinks
ενεστώτα μετοχή
kinking
απλός αόριστος
kinked
παθητική μετοχή
kinked
01

δυσκολία, ελάττωμα

a difficulty or flaw in a plan or operation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kinks
02

εκκεντρική ιδέα, ιδιοτροπία

an eccentric idea
03

ένας φετιχιστής, ένα άτομο με ασυνήθιστες σεξουαλικές προτιμήσεις

a person with unusual sexual tastes
04

κλίση, απότομη στροφή

a sharp bend in a line produced when a line having a loop is pulled tight
05

κράμπα, σπασμός

a painful muscle spasm especially in the neck or back (`rick' and `wrick' are British)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store