Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kink
01
σγουραίνω, στρίβω
curl tightly
02
σχηματίζω μπούκλα, καμπυλώνω
form a curl, curve, or kink
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kink
γ΄ ενικό πρόσωπο
kinks
ενεστώτα μετοχή
kinking
απλός αόριστος
kinked
παθητική μετοχή
kinked
Kink
01
δυσκολία, ελάττωμα
a difficulty or flaw in a plan or operation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kinks
02
εκκεντρική ιδέα, ιδιοτροπία
an eccentric idea
03
ένας φετιχιστής, ένα άτομο με ασυνήθιστες σεξουαλικές προτιμήσεις
a person with unusual sexual tastes
04
κλίση, απότομη στροφή
a sharp bend in a line produced when a line having a loop is pulled tight
05
κράμπα, σπασμός
a painful muscle spasm especially in the neck or back (`rick' and `wrick' are British)



























