Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Armrest
01
ακουμπάχειρο, αναπαυτήρα χεριών
a part of a chair or sofa that is designed to support the arms of a seated person, providing comfort and relaxation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
armrests
Παραδείγματα
She rested her arms on the armrests while relaxing in the comfortable chair.
Ακούμπησε τα χέρια της στα παρ armrests ενώ χαλάρωνε στην άνετη καρέκλα.
Λεξικό Δέντρο
armrest
arm
rest



























