Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep in
[phrase form: keep]
01
καταπιέζω, συγκρατώ
to suppress one's emotions or feelings
Transitive: to keep in one's emotions
Παραδείγματα
They all worked to keep their excitement in until the surprise was revealed.
Όλοι δούλεψαν για να κρατήσουν μέσα τους τον ενθουσιασμό τους μέχρι να αποκαλυφθεί η έκπληξη.
02
κρατάω, κλείνω μέσα
to not let someone leave a particular place
Παραδείγματα
The lockdown measures aimed to keep everyone in their homes for safety.
Τα μέτρα lockdown είχαν ως στόχο να κρατήσουν όλους στα σπίτια τους για ασφάλεια.
03
διατηρώ, εξασφαλίζω
to ensure that somebody has a continuous and sufficient supply of a specific resource or necessity
Παραδείγματα
The food bank's goal is to keep families in the region from experiencing hunger.
Ο στόχος της τράπεζας τροφίμων είναι να κρατήσει τις οικογένειες στην περιοχή μακριά από την πείνα.



























