Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep in
01
καταπιέζω, συγκρατώ
to suppress one's emotions or feelings
Transitive: to keep in one's emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep in
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps in
ενεστώτα μετοχή
keeping in
απλός αόριστος
kept in
παθητική μετοχή
kept in
Παραδείγματα
She tried to keep in her frustration and not show it to her team.
Προσπάθησε να κρατήσει μέσα της την απογοήτευση και να μην την δείξει στην ομάδα της.
02
κρατάω, κλείνω μέσα
to not let someone leave a particular place
Παραδείγματα
The teacher decided to keep the students in the classroom during the rainstorm.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να κρατήσει τους μαθητές στην τάξη κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
03
διατηρώ, εξασφαλίζω
to ensure that somebody has a continuous and sufficient supply of a specific resource or necessity
Παραδείγματα
He works two jobs to keep his family in a comfortable lifestyle.
Δουλεύει δύο δουλειές για να κρατά την οικογένειά του σε ένα άνετο τρόπο ζωής.



























