just in time
just
ʤʌst
jast
in
ɪn
in
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "just in time"στα αγγλικά

just in time
01

ακριβώς εγκαίρως, τη τελευταία στιγμή

at the last possible moment 
γραμματικές πληροφορίες
01

ακριβώς εγκαίρως, στη σωστή στιγμή

a production strategy that aims to reduce inventory costs by producing and receiving goods only as they are needed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store