joyride
joy
ˈʤɔɪ
joy
ride
raɪd
raid

Ορισμός και σημασία του "joyride"στα αγγλικά

01

βόλτα με αυτοκίνητο, διαδρομή με αυτοκίνητο για απόλαυση

a ride in a car taken solely for pleasure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
joyrides
to joyride
01

κάνω μια βόλτα με το αυτοκίνητο, οδηγώ για διασκέδαση

ride in a car with no particular goal and just for the pleasure of it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
joyride
γ΄ ενικό πρόσωπο
joyrides
ενεστώτα μετοχή
joyriding
απλός αόριστος
joyrode
παθητική μετοχή
joyridden
02

κάνω μια βόλτα για διασκέδαση, οδηγώ χωρίς άδεια

to take a vehicle, typically a car or motorcycle, for a ride without the owner's permission or for enjoyment 
Παραδείγματα
He often joyrides around the neighborhood late at night. 

Συχνά κάνει βόλτες για διασκέδαση στη γειτονιά αργά τη νύχτα.

Λεξικό Δέντρο

joyride

joy

+

ride

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store