Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joyride
01
βόλτα με αυτοκίνητο, διαδρομή με αυτοκίνητο για απόλαυση
a ride in a car taken solely for pleasure
to joyride
01
κάνω μια βόλτα με το αυτοκίνητο, οδηγώ για διασκέδαση
ride in a car with no particular goal and just for the pleasure of it
02
κάνω μια βόλτα για διασκέδαση, οδηγώ χωρίς άδεια
to take a vehicle, typically a car or motorcycle, for a ride without the owner's permission or for enjoyment
Παραδείγματα
By this time next week, they will be joyriding in their newly bought convertible along the coast.
Μέχρι αυτή την ώρα την επόμενη εβδομάδα, θα κάνουν βόλτα με αυτοκίνητο με το νέο τους κάμπριο κατά μήκος της ακτής.
Λεξικό Δέντρο
joyride
joy
ride



























