Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jog
01
κάνω τζόγκινγκ, τρέχω με σταθερό
to run at a steady, slow pace, especially for exercise
Intransitive
Transitive: to jog a distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jog
γ΄ ενικό πρόσωπο
jogs
ενεστώτα μετοχή
jogging
απλός αόριστος
jogged
παθητική μετοχή
jogged
Παραδείγματα
He jogs on the treadmill when the weather is bad.
Αυτός κάνει τζόγκινγκ στον διάδρομο όταν ο καιρός είναι κακός.
02
σπρώχνω απαλά, δίνω ένα ελαφρύ χτύπημα
to give a gentle push, shake, or knock
Transitive: to jog sth
Παραδείγματα
She jogged her friend's elbow to get their attention during the lecture.
Εκείνη σπρώξει απαλά τον αγκώνα του φίλου της για να τραβήξει την προσοχή του κατά τη διάρκεια της διάλεξης.
03
ευθυγραμμίζω, χτυπώ ελαφρά
to tap or shake a stack of paper against a flat surface to align the edges neatly
Transitive: to jog a stack of paper
Παραδείγματα
The secretary jogged the stack of papers before placing them into the folder for the meeting.
Η γραμματέας στοίχισε τη στοίβα των χαρτιών πριν τα τοποθετήσει στο φάκελο για τη συνάντηση.
Jog
01
τζόγκινγκ, αργός δρόμος
a slow or leisurely paced running, usually for exercise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jogs
02
ένα ελαφρύ σκούντημα, ένα μικρό κούνημα
a slight push or shake
03
απότομη στροφή, απότομη αλλαγή κατεύθυνσης
a sharp change in direction
Λεξικό Δέντρο
jogger
jogging
jog



























