jocose
jo
ˌʤɔ
τζο
cose
ˈkoʊz
κουζ
/dʒˈɒkəʊs/

Ορισμός και σημασία του "jocose"στα αγγλικά

01

παιχνιδιάρης, χιουμοριστικός

characterized by a playful, humorous, or jesting manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jocose
συγκριτικός βαθμός
more jocose
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The jocose banter between the friends made the long road trip fly by quickly.
Ο παιχνιδιάρικος χαβαλές μεταξύ των φίλων έκανε το μακρύ ταξίδι να περάσει γρήγορα.

Λεξικό Δέντρο

jocosely
jocoseness
jocose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store