jewish
jewish
ʤu:ɪʃ
jooish
bluish

Ορισμός και σημασία του "Jewish"στα αγγλικά

01

εβραϊκός, σχετικός με τον Ιουδαϊσμό

related to the religion, culture, or people of Judaism 
Jewish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Passover Seder is a Jewish tradition celebrated by families around the world. 

Το Σέιντερ του Πάσχα είναι μια εβραϊκή παράδοση που γιορτάζεται από οικογένειες σε όλο τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store