jet engine
jet
ˈʤɛt
jet
en
ɛn
en
gine
ʤɪn
jin
/dʒˈɛt ˈɛndʒɪn/

Ορισμός και σημασία του "jet engine"στα αγγλικά

01

κινητήρας αεριώθησης, τουρμποκινητήρας

a gas turbine produces a stream of hot gas that propels a jet plane by reaction propulsion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jet engines
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store