Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jell
01
πήζω, γίνομαι ζελατινοειδές
become gelatinous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jell
γ΄ ενικό πρόσωπο
jells
ενεστώτα μετοχή
jelling
απλός αόριστος
jelled
παθητική μετοχή
jelled
02
ενώνω, δουλεύω ως ομάδα
(of two or more people) to successfully form a group and work cooperatively
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jelled
jell



























