to jell
jell
ʤɛl
τζελ
yellhellcellNoel

Ορισμός και σημασία του "jell"στα αγγλικά

to jell
01

πήζω, γίνομαι ζελατινοειδές

become gelatinous 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jell
γ΄ ενικό πρόσωπο
jells
ενεστώτα μετοχή
jelling
απλός αόριστος
jelled
παθητική μετοχή
jelled
02

ενώνω, δουλεύω ως ομάδα

(of two or more people) to successfully form a group and work cooperatively 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jelled
jell
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store