to jaywalk
jay
ˈʤeɪ
jei
walk
wɔ:k
vawk

Ορισμός και σημασία του "jaywalk"στα αγγλικά

to jaywalk
01

διασχίζω τον δρόμο εκτός διαβάσεων, περνάω αντίθετα με τα φανάρια

to cross a street or road without following the rules, typically by crossing outside of crosswalks or against traffic signals 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jaywalk
γ΄ ενικό πρόσωπο
jaywalks
ενεστώτα μετοχή
jaywalking
απλός αόριστος
jaywalked
παθητική μετοχή
jaywalked

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jaywalker
jaywalk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store