Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jaywalk
01
διασχίζω τον δρόμο εκτός διαβάσεων, περνάω αντίθετα με τα φανάρια
to cross a street or road without following the rules, typically by crossing outside of crosswalks or against traffic signals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jaywalk
γ΄ ενικό πρόσωπο
jaywalks
ενεστώτα μετοχή
jaywalking
απλός αόριστος
jaywalked
παθητική μετοχή
jaywalked
Λεξικό Δέντρο
jaywalker
jaywalk



























