Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Argali
01
αργκάλι, ασιατικό άγριο πρόβατο
the largest wild sheep species, characterized by its massive body, long curved horns, and shaggy coat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
argalis
LanGeek



























