Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Brachfläche
01
eine Fläche, die zurzeit nicht genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Brachflächen
Παραδείγματα
Die alte Fabrik steht auf einer großen Brachfläche.



























