Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wohnstätte
01
Ort, Haus oder Wohnung, in dem jemand wohnt
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Das alte Bauernhaus diente der Familie jahrzehntelang als Wohnstätte.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ort, Haus oder Wohnung, in dem jemand wohnt