Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufpicken
01
etwas Kleines mit dem Schnabel oder mit einer schnellen Bewegung aufnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Die Hühner picken Körner vom Boden auf.



























