Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Stand-up-comedy
01
στάντ απ κωμωδία, κωμικό μονόλογο
Form der Comedy, bei der ein Künstler allein auf der Bühne humorvolle Monologe vor Publikum präsentiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Stand-up-Comedy
Παραδείγματα
Er liebt Stand-up-Comedy.
Αγαπά την κωμωδία stand-up.



























