Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Glasblasen
01
φούσκωμα γυαλιού, τέχνη του φουσκώματος γυαλιού
Technik zur Herstellung von Glasgegenständen durch Blasen von erhitztem Glas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Glasblasens
Παραδείγματα
Er lernt Glasblasen.
Μαθαίνει φούσκωμα γυαλιού.



























