die handcreme
hand
hant
hant
creme
kʁe:m
krem

Ορισμός και σημασία του "handcreme"στα γερμανικά

01

κρέμα για τα χέρια, κρέμα ενυδάτωσης για τα χέρια

pflegende Creme, die die Haut der Hände weich macht und vor Trockenheit schützt 
die Handcreme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Handcremes
γενική πτώση
Handcreme
Παραδείγματα
Die Handcreme riecht gut. 

Η κρέμα για τα χέρια μυρίζει ωραία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store