die mundspülung
mun
ˈmʊn
moon
dspü
ʧpy:
chpy
lung
lʊng
loong

Ορισμός και σημασία του "mundspülung"στα γερμανικά

Die Mundspülung
01

flüssiges Mittel zur Spülung des Mundraums 

die Mundspülung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Mundspülungen
γενική πτώση
Mundspülung
Παραδείγματα
Die Mundspülung schmeckt frisch. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store