das saxofon
sax
ˈsak
σακ
o
σο
fon
fo:n
φον

Ορισμός και σημασία του "saxofon"στα γερμανικά

01

σαξόφωνο, σαξ

Blasinstrument aus Metall mit einem gebogenen Rohr 
das Saxofon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Saxofone
γενική πτώση
Saxofons
Παραδείγματα
Das Saxofon klingt schön. 

Το σαξόφωνο ακούγεται όμορφα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store