Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nervenkitzel
01
ένταση, αδρεναλίνη
durch spannende, riskante oder ungewohnte Situationen ausgelöstes Gefühl intensiver Aufregung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nervenkitzels
πληθυντικός τύπος
Nervenkitzel
Παραδείγματα
Für viele Menschen ist Sport ein echter Nervenkitzel.
Για πολλούς ανθρώπους, ο αθλητισμός είναι μια πραγματική συναρπαστική εμπειρία.



























