Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Seilrutsche
01
Vorrichtung mit gespanntem Seil, an dem man hängend eine Strecke hinuntergleitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Seilrutschen
γενική πτώση
Seilrutsche
Παραδείγματα
Die Seilrutsche ist lang.



























